Άρθρο Α.Λοβέρδου στο αφιέρωμα «Ανδρέας Παπανδρέου: 100 χρόνια από τη γέννησή του» #ΤαΝεα

Άρθρο Α.Λοβέρδου στο αφιέρωμα «Ανδρέας Παπανδρέου: 100 χρόνια από τη γέννησή του» #ΤαΝεα

«Ο Ανδρέας Παπανδρέου και οι καταστατικές αρχές του ευρωπαϊκού

σοσιαλιστικού κινήματος στις αρχές της δεκαετίας του 1990″

Η πολιτεία του Ανδρέα Παπανδρέου ως Πρωθυπουργού την περίοδο 1981-1989 είναι γνωστή και αποτελεί αντικείμενο θετικής ή και αρνητικής κριτικής. Συχνά, ωστόσο, διαπιστώνω πως διαφεύγει από συνομιλητές μου, πολιτικούς και μη, πως η πολιτική στροφή που ο ίδιος ο Παπανδρέου έκανε μετά τις εκλογές του 1985, σε ό,τι αφορά κυρίως την οικονομική του πολιτική, δεν ήταν απλή προσαρμογή σε πρωθυπουργικές-διαχειριστικές ανάγκες. Αντιθέτως εκτιμώ, πως η τριβή του με τα προβλήματα της χώρας αλλά και της Ευρώπης, τότε της ΕΟΚ, και η υψηλή αντιληπτική του ικανότητα τον οδήγησαν σε μια νέα ιδεολογικοπολιτική θεώρηση του ευρωπαϊκού σοσιαλιστικού ρεύματος, της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, όπως θα λέγαμε σήμερα και στην Ελλάδα για να συνεννοηθούμε.

Οι απόψεις του Ανδρέα συγκεκριμενοποιήθηκαν σε μία διάλεξή του στην Μαδρίτη, στο πανεπιστήμιο του Complutense, το 1991, όπου και διατύπωσε επτά καταστατικές αρχές του σύγχρονου τότε ευρωπαϊκού σοσιαλιστικού κινήματος.

Ως εκ περισσού η παρατήρηση, πως όποιος δεν έχει βιώσει τις εμπειρίες της Ελλάδας και της Ευρώπης πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τη δεκαετία του 1980, είναι δύσκολο να αντιληφθεί τη βαρύτητα του κειμένου που εδώ σχολιάζω. Και σε ό,τι με αφορά προσωπικώς, το ανωτέρω κείμενο έπαιξε σημαντικό ρόλο στην πολιτική μου τοποθέτηση.

Ο τίτλος της κατά τα ανωτέρω παρέμβασης του Παπανδρέου ήταν «Τί σημαίνει σοσιαλισμός σήμερα». Με άλλα, δικά του, λόγια, «οι σοσιαλιστές σε αναζήτηση ταυτότητας». Η διάλεξη δεν ήταν πολιτική δουλειά ρουτίνας. Τόσο η εμπειρία του Ανδρέα ως Πρωθυπουργού κράτους-μέλους της μικρότερης τότε, πιο συμπαγούς και περισσότερο νευρώδους Ε.Ο.Κ., όσο και η διαρκής αγωνία των ευρωπαϊκών σοσιαλδημοκρατικών και σοσιαλιστικών κομμάτων να βρουν νέο ρόλο, μετά την καθολίκευση της αρχής του κοινωνικού κράτους δικαίου σε όλη τη δυτική Ευρώπη, επέβαλαν και στον Ανδρέα Παπανδρέου την απόπειρα κυριολεξίας, όταν αναγόταν στη σφαίρα του ιδεολογικού και πολιτικού λόγου. Και πως κυριολεκτούσε αποδείχτηκε με

τρόπο απόλυτο, όταν μετά από ένα χρόνο, το καλοκαίρι του 1992, το κόμμα του, το ΠΑΣΟΚ, ψήφισε στη Βουλή των Ελλήνων τη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Αν και αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης τότε, όπου εύκολα θα μπορούσε να μην πάρει στις πλάτες του τις βαρείες δεσμεύσεις της Συνθήκης, δεν δίστασε καθόλου να τις επωμιστεί. «Κυρώνουμε μια Συνθήκη δύσκολη και άνιση», είπε κατά τη σχετική αγόρευσή του στην Βουλή και άσκησε κριτική στη Γερμανία και τους συμμάχους της, αλλά δεν δημαγώγησε στις πλάτες του Κώστα Μητσοτάκη, ο οποίος πριν λίγο τον κατεδίωκε με πολιτικούς και με μη πολιτικούς τρόπους. Η ανωτέρω ομιλία του Παπανδρέου στη Βουλή αξίζει να διαβαστεί για δύο λόγους. Ο πρώτος αφορά την πολιτική ανάλυση του Παπανδρέου για τους δημοσιονομικούς στόχους του Μάαστριχτ και τις συντεταγμένες της Ευρώπης εκείνης της εποχής. Και ο δεύτερος σχετίζεται με την ευπρέπεια της πολιτικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στους ηγέτες ενός πολωμένου πολιτικού συστήματος, που δεν ξέφευγε ωστόσο από τα όρια της κοινοβουλευτικής, τουλάχιστον, δεοντολογίας, όπως τα τελευταία χρόνια συνήθως συμβαίνει.

Τί σήμαινε, όμως, σοσιαλισμός τότε, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, κατά τον ευρωπαίο ηγέτη Ανδρέα Παπανδρέου; Η απάντηση προέκυπτε από επτά αρχές. Η στροφή του σε σχέση με την προ του 1985 πολιτική του πορεία, διαπιστώνεται από την εκ μέρους του διατύπωση της πρώτης αρχής: το σοσιαλιστικό μοντέλο οικονομίας-κοινωνίας πρέπει να μπορεί να συμμετέχει στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα για να μπορεί να επιβιώνει. Συνεπώς η παραγωγικότητα και η ανταγωνιστικότητα αποτελούν θεμελιώδεις λίθους της λειτουργικότητάς του. Και η δεύτερη αρχή την ανωτέρω στροφή του Ανδρέα αποδεικνύει: εκεί όπου η αγορά αποτυγχάνει, πρέπει να γίνονται διορθώσεις, με πολιτικές όμως συνεπείς με τη νομισματική πολιτική και αντιπληθωριστικά χαρακτηριστικά.

Οι επόμενες πέντε αρχές έχουν έκδηλα στοιχεία μιας κεντροαριστερής-σοσιαλδημοκρατικής για τη δεκαετία του 1990 πολιτικής κατεύθυνσης.

Σύμφωνα με την τρίτη αρχή, οι βασικοί κοινωφελείς οργανισμοί πρέπει να μείνουν στο Δημόσιο, αλλά τα ελλείμματά τους πρέπει να προβλέπονται και να αντιμετωπίζονται με τρόπο οργανωμένο, στο πλαίσιο της συνολικής οικονομικής πολιτικής. Ενώ σύμφωνα με την τέταρτη αρχή, η κοινωνία πρέπει να θεμελιώνεται σε δημοκρατική βάση, με τον περιορισμό ή και την εξάλειψη κάθε μορφής πατερναλισμού. Κατά την πέμπτη αρχή,

το κράτος πρόνοιας δεν αρκεί, αλλά πρέπει να δομείται με βάση έναν αποκεντρωμένο προγραμματισμό. Την έκτη αρχή συγκροτούσε η ανάγκη πρόβλεψης μηχανισμών διαχείρισης κρίσεων, κατά τη διάρκεια των οποίων ήταν απαραίτητη μια μορφή εκεχειρίας σε ό,τι αφορά τις συγκρούσεις των κοινωνικών εταίρων. Τέλος, σύμφωνα με την έβδομη αρχή το σοσιαλιστικό κόμμα οφείλει να εκφράζει τα ευρύτερα δυνατά κοινωνικά στρώματα, τις περιβαλλοντικές κινήσεις, τα αντιπολεμικά κινήματα, τις οργανώσεις προάσπισης των δικαιωμάτων του ανθρώπου.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν πρόλαβε να κυβερνήσει επί πολύ την Ελλάδα με βάση αυτή την ώριμη πολιτικής του συγκρότηση. Πρόλαβε, ωστόσο, να δώσει ένα σοβαρό δείγμα γραφής. Ως ηγέτης της αντιπολίτευσης το 1992, όπως ήδη θυμίσαμε, είπε «ναι» στη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Κι ως Πρωθυπουργός της Ελλάδας για δύο χρόνια έως να ασθενήσει βαρέως, παραμέρισε με γενναιοδωρία τις διώξεις των αντιπάλων του, εγκαινίασε ένα πρόγραμμα μεγάλων μεταρρυθμίσεων στην τοπική αυτοδιοίκηση, στις προσλήψεις στο Δημόσιο (νόμος Πεπονή), στην αντιμετώπιση του δημοσίου χρέους (ισοζυγισμένοι προϋπολογισμοί) κοκ.

Συνεπώς, ο Ανδρέας Παπανδρέου αυτής της εν ευρεία εννοία δεύτερης περιόδου, ήταν ένας σοσιαλδημοκράτης ηγέτης, μιλώντας με σημερινούς όρους. Και υπό την έννοια αυτή, όπως και προσωπικώς το έχω προσλάβει, η πολιτική Σημίτη που ακολούθησε ήταν μια φυσική συνέχεια.

Η μόνη δυσκολία να συμφωνήσει κανείς με τη διαπίστωση που προηγήθηκε, δεν προκύπτει από τη φύση των πολιτικών αποφάσεων που ως ηγέτης ο Παπανδρέου έλαβε, αλλά από την περιβάλλουσα (και) την περίοδο εκείνη πολιτική ένταση, που προκαλούσαν οι προσπάθειες πολιτικής του εξόντωσης με βάση το σκάνδαλο Κοσκωτά, η σκληρή αντιπολίτευση στην κυβέρνηση Μητσοτάκη, η κομματική αντιπαράθεση και τα εν γένει χαρακτηριστικά του ελληνικού πολιτικού συστήματος, που είναι διαρκώς πολωμένο. Κι όσο περνούν οι μετά τη δικτατορία δεκαετίες, δημιουργείται και στις δικές μας γενιές η πεποίθηση, ότι η πόλωση αυτή έχει επαγγελματικά χαρακτηριστικά. Δηλαδή, αποτελεί συνειδητή προϋπόθεση της πολιτικής και κομματικής σταδιοδρομίας.