Αγόρευση Α.Λοβέρδου για την Αναθεώρηση του Συντάγματος #Ολομέλεια #Εισηγητής

Αγόρευση Α.Λοβέρδου για την Αναθεώρηση του Συντάγματος #Ολομέλεια #Εισηγητής

I.Εισαγωγή
Είχα υποστηρίξει από το 2016, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ άρχισε να περιφέρει την Αναθεώρηση στις γειτονιές και τα σοκάκια, πως η αναθεώρηση του Συντάγματος για να μη γίνει ερήμην των πολιτών πρέπει να έχει μια κοφτερή αιχμή. Δεν μπορεί γίνει αναθεώρηση με μοναδικό πρόταγμα την ίδια την ύπαρξη της αναθεώρησης. Έχω πολλές φορές επισημάνει ότι κύρος από το κύρος του Συντάγματος ουδείς πλέον αντλεί. Πέρασαν οι εποχές που ο περί Συντάγματος λόγος είχε αυταξία. Σήμερα, για να έχει εκτόπισμα μία πρόταση για την Αναθεώρηση του καταστατικού χάρτη της Ελληνικής Δημοκρατίας, πρέπει να αφορά τα κοινωνικώς και πολιτικώς επίμαχα ζητήματα.
Και η μόνη κοφτερή αιχμή σήμερα θα ήταν η επικέντρωσή της στον πολίτη με όλες τις ιδιότητές του: ως πολιτικώς συμμετέχοντος, ως διοικουμένου, ως διαδίκου, ως οικονομικού υποκειμένου, ως φορέα δικαιωμάτων. Δεν εισακούστηκα. Προτιμήθηκαν οι ανοικτοί λογαριασμοί των κομμάτων με το εκλογικό σώμα, οι επιστημονικές προτιμήσεις, οι ιδεοληψίες, τα εσωτερικά θέματα του πολιτικού μας συστήματος. Και έτσι, όπως έλεγα πως είναι απολύτως λογικό, οι διαδικασίες της επιτροπής αναθεώρησης του Συντάγματος κινήθηκαν σε συνθήκες πολιτικής και κοινωνικής ανυποληψίας. Ουδείς ασχολήθηκε με την αναθεώρηση. Ελάχιστα δημοσιεύματα υπήρξαν γι’ αυτήν, κι αυτά μόνο για όποιες στιγμές υπήρξε μια κάποια πολιτική ένταση κατά τις εργασίες μας. Που και αυτές ήταν ελάχιστες, διότι γενικώς το κλίμα ήταν καλό.
Ένα δεύτερο θέμα που θέλω να θίξω εισαγωγικώς, είναι αυτό του χρόνου των εργασιών της Επιτροπής. Ήταν ελάχιστος. Και μπορεί ο Πρόεδρός της να ήταν επιεικής σε ό,τι αφορά τις ομιλίες μας και να διηύθυνε αντικειμενικά τις εργασίες της, ωστόσο για να ολοκληρωθεί το έργο μας, έπρεπε να «τσουβαλιάζονται» δεκάδες άρθρα που ρυθμίζουν τα κρισιμότερα των θεμάτων, όπως π.χ. η καθυστέρηση στην απονομή της Δικαιοσύνης, η καθυστέρηση των αποφάσεων της Διοίκησης, η μανιώδης αλλαγή των φορολογικών νόμων κ.ο.κ., να «τσουβαλιάζονται» δηλαδή τα θέματα που αφορούν τη ζωή των πολιτών σε μία ενότητα και έτσι η διείσδυση στην ουσία των προβλημάτων και η αναζήτηση των σχετικών λύσεων να καθίσταται επιδερμική.
Ως Γενικός Εισηγητής της Δημοκρατικής Συμπαράταξης κινήθηκα στο πλαίσιο των θέσεων αρχής που προανέφερα. Και αποκλειστικά μέσα σε αυτό το πλαίσιο θα παρουσιάσω λακωνικά τις θέσεις μας σήμερα, εδώ, στην Εθνική Αντιπροσωπεία.

II. Η στάση μας κατά την ψηφοφορία
Συγχωρήστε μου, όμως, μία αναφορά στη στάση της ΔΗΣΥ στην ψηφοφορία, πριν παρουσιάσω το περιεχόμενο των θέσεών μας. Όντως από την πρώτη στιγμή ξεκαθαρίσαμε, ότι αποκλείεται με την ψήφο μας να καταστήσουμε την επόμενη, αναθεωρητική Βουλή συνταγματικό υποχείριο του κόμματος που θα κερδίσει τις εκλογές το 2019. Καμιά διάταξη δεν πρέπει να συμπεριληφθεί στις προτάσεις αναθεώρησης εξοπλισμένη με 180 ψήφους. Καμιά διάταξη δεν πρέπει να αναθεωρείται με 151 ψήφους από την επόμενη αναθεωρητική Βουλή. Και απευθυνόμενοι στις Βουλευτές και τους Βουλευτές όλων των κομμάτων, αλλά πρωτίστως σε εκείνους και εκείνες του ΣΥΡΙΖΑ, επισημαίνω και υπογραμμίζω: είστε που είστε χορηγοί της Νέας Δημοκρατίας σε επίπεδο ψήφων των πολιτών, μην καταστείτε χορηγοί της και στο θέμα της αναθεώρησης του Συντάγματος. Εμείς λοιπόν οι βουλευτές της ΔΗΣΥ θα συμμετέχουμε στην ψηφοφορία αλλά με έναν μόνο Βουλευτή , ούτως ώστε να προκύπτουν τα «ναι» και τα «όχι» μας, δίχως όμως να καταστήσουμε την Αναθεώρηση μικροκομματική υπόθεση του νικητή των επερχόμενων βουλευτικών εκλογών. Και πρέπει εδώ οι πολίτες να αντιληφθούν, πως εμείς έχουμε 20 βουλευτές και δεν έχουμε 50. Υποβάλαμε προτάσεις που, ωστόσο, δεν συγκέντρωσαν τον αριθμό «50», που είναι απαραίτητος για την υποβολή επισήμως κατά το Σύνταγμα, προτάσεων για την Αναθεώρηση, ούτως ώστε να τεθούν αυτές σε ψηφοφορία. Άρα είμαστε υποχρεωμένοι να συμμετάσχουμε στην ψηφοφορία που θα διεξαχθεί, με βάση όμως τις προτάσεις των άλλων.

III. Τί πρέπει να αλλάξει το Σύνταγμα
Οι σκέψεις μου θα εκτεθούν με τη σειρά που ακολούθησε η Επιτροπή αναθεώρησης του Συντάγματος. Θα μείνω στα πιο σημαντικά θέματα, γιατί ο χρόνος δεν επιτρέπει. Παραπέμπω, όμως, στις δεκάδες σελίδες των εισηγήσεών μου, στις εισηγήσεις του κ.Βενιζέλου, του κ.Παπαθεοδώρου, στην ομιλία της κ.Γεννηματά, καθώς και στις προτάσεις που καταθέσαμε.

Πρώτη ενότητα : τα άρθρα 86 και 62 του Συντάγματος, με άλλα λόγια η τιμή του πολιτικού κόσμου.
Προτείνουμε την αντιστροφή της λογικής του άρθρου 62. Ο Βουλευτής έχει ακαταδίωκτο, ως θεσμική εγγύηση, μόνο εάν ο ίδιος το ζητήσει. Και ως προς το άρθρο 86 του Συντάγματος να σημειωθούν τα εξής: είμαι ο Βουλευτής, που μαζί με τον Κυριάκο Μητσοτάκη και άλλους
δέκα Βουλευτές της τότε Βουλής προτείναμε το 2006 την αναθεώρηση του άρθρου 86. Σιγή ιχθύος ο τότε Συνασπισμός. Ούτε αυτό αρέσει στον Πρωθυπουργό, που αρέσκεται να μας κατηγορεί ανερυθρίαστα. Σας θυμίζουμε, όμως, τί έχουμε κάνει ως ΠΑΣΟΚ σε σχέση με την ποινική ευθύνη των Υπουργών.
Α. Με το Νόμο 2505/1997 καταργήσαμε τα ιδιώνυμα αδικήματα του ΝΔ 802/1971 και αυτό ήταν η σοβαρότερη υπεράσπιση της αρχής της ισότητας πολιτών και πολιτικών.
Β. Με την αναθεώρηση του Συντάγματος το 2001 επεκτείναμε την αποσβεστική προθεσμία της Βουλής κατά μία σύνοδο, δηλαδή κατά ένα ή και περισσότερα έτη για την εκκίνηση της δίωξης των Υπουργών.
Γ. Προβλέψαμε την περαιτέρω δικαστικοποίηση του θεσμού, με το Σύνταγμα, αλλά και το Νόμο 3126/2003.
Δ. Εμείς προβλέψαμε, επίσης, το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο, δύο Εισαγγελείς Εφετών και έναν Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για την υποβοήθηση της Βουλής (Ν.3361/2011).
Τώρα προτείνουμε την αναθεώρηση του άρθρου 86 μετά λόγου γνώσεως. Ενώ η σημερινή πλειοψηφία-μειοψηφία του ΣΥΡΙΖΑ προχωρά ανεπιγνώτως. Και από την άλλη, απεργάζεται διώξεις πολιτικών αντιπάλων. Θα ισορροπήσουν, όμως, τα πράγματα στο μυαλό τους μετά τις εκλογές. Έως σήμερα οι πρακτικές του ΣΥΡΙΖΑ αποτελούν απόδειξη γιατί θεσπίστηκε το άρθρο 86 από τον 19ο αιώνα (δεκαπέντε Πρωθυπουργοί έχουν κατηγορηθεί, εξ’ αυτών οι σημαντικότεροι, στο πλαίσιο ενός μονίμως πολωμένου ελληνικού πολιτικού συστήματος), αλλά ταυτοχρόνως συνθέτουν το επιχείρημα γιατί δεν πρέπει να αλλάξει το άρθρο αυτό. Εμείς, όμως, επιμένουμε στην αλλαγή του άρθρου 86.

Δεύτερη ενότητα: Περί Προέδρου της Δημοκρατίας.
Όσοι προτείνουν άμεση εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, εισηγούνται μια αντιδημοκρατική οπισθοδρόμηση. Το κοινοβουλευτικό πολίτευμα εξορθολογίστηκε, προκειμένου να υπάρξει κυβερνητική σταθερότητα. Ο εξορθολογισμός προέκυψε μέσα από τον περιορισμό της απλής αναλογικής, την απάλειψη του αιρετού του αρχηγού του κράτους και της αφαίρεσης των πολιτικών του αρμοδιοτήτων. Όσοι προτείνουν άμεση εκλογή, προτείνουν την επαναφορά του διχασμού. Διχασμός, όμως, είναι η ευκολία για κάποιους μέσα στη δυσκολία, προκειμένου να αντλήσουν εκλογικά οφέλη. Η άμεση εκλογή εξοπλίζει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με υπερβολική πολιτική ισχύ, ακόμη κι αν δεν έχει αρμοδιότητες. Και αυτή με τη σειρά της οδηγεί σε πολιτικές κρίσεις, οι οποίες θα μετατρέπονται σε πολιτειακές.
Όχι, λοιπόν, στην άμεση εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας.
Ναι, σε μια λελογισμένη αύξηση των ρυθμιστικών του αρμοδιοτήτων, όπως η διεύρυνση της αρμοδιότητάς του να αναπέμπει σχέδια νόμου και να εκφωνεί διαγγέλματα δίχως προσυπογραφή.
Δημοψηφίσματα κατά την εφαρμογή του άρθρου 28 του Συντάγματος. ΟΧΙ. Η ανάγνωση του ερωτήματος που ετέθη στον ελληνικό λαό τον Ιούλιο του 2015, στο νόθο δημοψήφισμα, αρκεί, από μόνη της, για να εξηγήσει την άρνηση μας. «Πρέπει να γίνει αποδεκτό το σχέδιο συμφωνίας, το οποίο κατέθεσαν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στο Eurogroup της 25.6.2015 και αποτελείται από δύο μέρη, τα οποία συγκροτούν την ενιαία πρόταση τους; Το πρώτο έγγραφο τιτλοφορείται «Reform for the completion of the Current Programme and Beyond» («Μεταρρυθμίσεις για την ολοκλήρωση του τρέχοντος προγράμματος και πέραν αυτού») και το δεύτερο «Preliminary Dept sustainability analysis» («Προκαταρκτική ανάλυση βιωσιμότητας χρέους»). Δεν χρειάζονται περισσότερα λόγια, η απόρριψη της πρότασης του ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να γίνει ΧΩΡΙΣ ΛΟΓΙΑ.

Τρίτη ενότητα: Σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας
Ναι, στην ερμηνευτική δήλωση στο άρθρο 3 του Συντάγματος, ότι η ανακήρυξη της επικρατούσας θρησκείας δεν μπορεί να αποτελεί βάση για διακρίσεις. Η υποχώρηση του ΣΥΡΙΖΑ εν προκειμένω είναι άτακτη. Δεν προτείνει ούτε το διαχωρισμό Κράτους-Εκκλησίας, ούτε την αναθεώρηση του άρθρου 16§2 περί θρησκευτικού περιεχομένου στην εκπαιδευτική διδασκαλία!!!

Τέταρτη ενότητα: Περί δικαιωμάτων
Ναι, στην αναθεώρηση του άρθρου 16§5 περί ίδρυσης μη κρατικών, μη κερδοσκοπικών Α.Ε.Ι., ναι στην πρόβλεψη περί ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος και συλλογικών διαπραγματεύσεων, ναι στην πρόθεση στο άρθρο 5§2 της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω σεξουαλικών προτιμήσεων, αλλά με μία διατύπωση που να επιτρέπει το ερμηνευτικό συμπέρασμα, πως απαγορεύονται όλες οι διακρίσεις και οι αναφερόμενες, μνημονεύονται ενδεικτικά, ναι στην διαζευκτική παροχή όρκου ή διαβεβαίωσης προ της ανάληψης των καθηκόντων του Προέδρου της Δημοκρατίας, των Βουλευτών, των Υπουργών.

Πέμπτη ενότητα: Η σχέση πολίτη-πολιτικής
Η σχέση πολίτη-πολιτικής πρέπει να αναβαθμιστεί και λύση δεν είναι τα δημοψηφίσματα, ούτε η άμεση εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας. Προτείνουμε την απρόσκοπτη παρουσία των πολιτών στις αναφορές στη Βουλή, τη σύσταση Εξεταστικών Επιτροπών ως δικαιώματος και της μειοψηφίας, τη θέσπιση της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας, την αλλαγή των νόμων που αφορούν μεγάλες επενδύσεις μόνο με αυξημένη πλειοψηφία και, τέλος, του σταθερού τετραετή πολιτικού κύκλου. Είναι, άλλωστε, πασίγνωστο, πως ο σταθερός οικονομικός κύκλος προϋποθέτει το σταθερό πολιτικό κύκλο.

Έκτη ενότητα : αφορά τον πολίτη ως διάδικο και ως διοικούμενο. Διοίκηση-Δικαιοσύνη.
Η μεγαλύτερη απαγοήτευση από τους Βουλευτές της πλειοψηφίας μειοψηφίας του ΣΥΡΙΖΑ, προκύπτει από την ενότητα αυτή. Άρθρα 36 τον αριθμό, μεταξύ των οποίων και το άρθρο 110 του Συντάγματος περί της αναθεώρησής του και η πλειοψηφία τηρεί σιγή ιχθύος. Εμείς προτείναμε την καθιέρωση αποκλειστικών προθεσμιών στη Διοίκηση προκειμένου τα όργανα της να λαμβάνουν απόφαση μη υφαρπάζοντας το χρόνο των διοικουμένων, τη δυνατότητα πρόσληψης εξωτερικών βοηθών-δικαστών, την expressis verbis καθιέρωση της αρχής της ταχείας απονομής της Δικαιοσύνης, τη δυνατότητα να καταθέτουν προτάσεις νόμων οι Ο.Τ.Α., τη θέσπιση ειδικού καθεστώτος για τη στελέχωση της Δοίκησης, τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων απευθείας από τις Ολομέλειες των Ανωτάτων Δικαστηρίων, εν πολλοίς τη νίκη κατά της γραφειοκρατίας! Προτείναμε, επίσης, την αναβάθμιση των στρατοδικείων, την κατάργηση του Μισθοδικείου, αλλά και τη συντόμευση του χρόνου ανάμεσα σε δύο αναθεωρήσεις του Συντάγματος. Εις μάτην! Η πλειοψηφία-μειοψηφία του ΣΥΡΙΖΑ αγρόν ηγόραζε.

Έβδομη ενότητα: Ο δικαστικός έλεγχος της Αναθεώρησης
Το ζήτημα της δυνατότητας των δικαστηρίων να ελέγχουν τη συνταγματικότητα των αναθεωρημένων διατάξεων ως προς την ουσιαστική συνάφειά τους με την προταθείσα αναθεώρηση, ταυτίζεται με το θέμα της δέσμευσης της αναθεωρητικής-δεύτερης Βουλής, από τις κατευθύνσεις της προτείνουσας-πρώτης. Η, ως προς την αναθεώρηση του Συντάγματος, διάκριση της Βουλής σε κοινή και σε αναθεωρητική, οδηγεί και στη χρήση διαφορετικών όρων για την αναφορά σε έκαστην εξ αυτών: η πρώτη σύμφωνα με τον αείμνηστο Δημήτρη Τσάτσο είναι η προτείνουσα και η δεύτερη η αναθεωρητική.
Ως προς το δικαστικό έλεγχο των αναθεωρημένων διατάξεων, και συγκεκριμένα ως προς το δικαστικό έλεγχο της τήρησης των λεγομένων «κατευθύνσεων» της προτείνουσας Βουλής προς την αναθεωρητική, διατυπώνουμε ευθύς εξαρχής τη θέση της ΔΗΣΥ:
η αναθεωρητική Βουλή δεσμεύεται προφανώς από τις ειδικές διατάξεις, δηλαδή τα άρθρα, τις παραγράφους, τα εδάφια ή και τις ερμηνευτικές δηλώσεις της προτείνουσας, αλλά σε καμία περίπτωση δεν δεσμεύεται από τις λεγόμενες «κατευθύνσεις» της προτείνουσας Βουλής προς την αναθεωρητική. Αυτό το εκ πρώτης όψεως απλό ζήτημα ερμηνείας του Συντάγματος, και συγκεκριμένα του άρθρου 110§2 εδ.β´και §3, το ανέδειξαν ως μείζον, δύο αποφάσεις ανωτάτων δικαστηρίων, του ΑΕΔ και του ΣτΕ, ως προς το παραδεκτό όμως κι όχι ως προς την ουσία επιχειρημάτων δύο διαδίκων. Συγκεκριμένα, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος, η προτείνουσα Βουλή προβαίνει σε ειδικό καθορισμό των διατάξεων που πρέπει να αναθεωρηθούν και στη συνέχεια η αναθεωρητική αποφασίζει στην πρώτη σύνοδό της σχετικά με τις αναθεωρητέες διατάξεις.
Προφανώς, η αναθεωρητική Βουλή έχει την ευχέρεια είτε να μην προχωρήσει στην αναθεώρηση του Συντάγματος, είτε να προχωρήσει στην αναθεώρηση ορισμένων μόνο από τις ειδικές διατάξεις που πρότεινε η πρώτη, η κοινή, η προτείνουσα Βουλή. Αυτό είναι σαφέστατο και σήμερα αναντίρρητο. Ως προς το κρίσιμο θέμα της δέσμευσης της αναθεωρητικής Βουλής από τις λεγόμενες «κατευθύνσεις» της προτείνουσας, η ΔΗΣΥ εκφράζεται από τις θέσεις του Ευάγγελου Βενιζέλου, όπως αυτές διατυπώθηκαν στη μελέτη του με τίτλο «Δεσμεύεται η δεύτερη Βουλή από τις κατευθύνσεις της πρώτης στη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος;». Επαναλαμβάνω αμέσως, ότι θέση μας αποτελεί, πως η αναθεωρητική Βουλή δεν δεσμεύεται από τις λεγόμενες «κατευθύνσεις» της προτείνουσας. Και η πρακτική της εκάστοτε προτείνουσας Βουλής από τη δεκαετία του 1980, προσαρμόστηκε σε αυτή τη συνταγματική δεοντολογία. Οι επιτροπές της αναθεώρησης των προτεινουσών Βουλών με λακωνικότατο τρόπο έδιναν κάποιες κατευθύνσεις στις αναθεωρητικές Βουλές, αλλά οι Ολομέλειες της Βουλής με ονομαστική ψηφοφορία αποφάσιζαν μόνο για ειδικές διατάξεις και τίποτε περισσότερο. Αυτή η συνταγματική πρακτική πρέπει να συνεχιστεί. Αλλά ακόμη κι αν η παρούσα περιορισμένη πλειοψηφία αλλάξει στάση, και δημιουργήσει μία εξαίρεση, αυτό σε τίποτα δεν επηρεάζει τις αποφάσεις της επόμενης Αναθεωρητικής Βουλής. Πολλές φορές παρατηρούνται βουλευτές της πλειοψηφίας να αντιλαμβάνονται πως στην επόμενη Βουλή το κλίμα θα είναι αυτό της σημερινής και να μην σκέφτονται ούτε το πιο απλό, πως τουλάχιστον το 40% των βουλευτών αλλάζει από Βουλή σε Βουλή, ιδίως όταν αλλάζουν οι πλειοψηφίες.
Τις ανωτέρω σκέψεις θεμελιώνουμε πρώτον, στις συνταγματικές διατάξεις περί της λαϊκής κυριαρχίας και της δημοκρατικής αρχής, όπως αυτές στην ιστορικώς εκάστοτε τελευταία φορά εκφράστηκαν. Ουδείς και ουδεμία μπορούν να παραλείπουν το κορυφαίο γεγονός, πως ανάμεσα στην προτείνουσα και την αναθεωρητική Βουλή μεσολαβούν γενικές βουλευτικές εκλογές. Πόσο μάλλον στην παρούσα περίπτωση, όπου η πρόταση διατυπώνεται από μία πλειοψηφία του 2015, η οποία ανέδειξε Βουλή, η οποία βρίσκεται στην τελευταία σύνοδό της. Ενώ η επομένη, η Αναθεωρητική, θα λάβει τις αποφάσεις της κατά την πρώτη σύνοδό της, όπως άλλωστε το ίδιο το Σύνταγμα ορίζει. Υπάρχει εδώ και τεκμήριο δημοκρατικής νομιμοποίησης, το οποίο αποκλείεται να το αγνοεί κάποιος ευλόγως. Δεύτερον στις ειδικές διατυπώσεις του άρθρου 110§2εδ.β´και §3, στις οποίες ήδη αναφερθήκαμε. Τρίτον, στο δικαστικώς ανεξέλεγκτο των interna corporis της Βουλής, όπως απορρέει μεταξύ άλλων και από το εξ αντιδιαστολής επιχείρημα που προκύπτει από το άρθρο 73§2 του Συντάγματος, περί της απαραίτητης γνωμοδότησης του Ελεγκτικού Συνεδρίου επί συνταξιοδοτικού σχεδίου νόμου. Και τέταρτον, στην απαγόρευση της διάκρισης των συνταγματικών διατάξεων σε ιεραρχικώς ανώτερες και κατώτερες. Μόνη διάκριση που γίνεται δεκτή στην ελληνική επιστήμη του Συνταγματικού Δικαίου είναι ανάμεσα στις συνταγματικές διατάξεις που αναθεωρούνται και σε εκείνες που δεν αναθεωρούνται, σύμφωνα με το άρθρο 110 του Συντάγματος.
Όπως εν προκειμένω αναφέρει ο Δημήτρης Τσάτσος, «μεταξύ των διατάξεων του Συντάγματος δεν υπάρχει τυπική ιεράρχηση. Όλοι οι κανόνες του Συντάγματος είναι νομικά ισότιμοι, αλλιώς θα είχαμε περιπτώσεις ενδεχόμενης αντισυνταγματικότητας συνταγματικών διατάξεων…δεν προκύπτει μια εσωτερική ιεραρχία των συνταγματικών κανόνων που θα παρείχε στον δικαστή, κατά το άρθρο 93§4, τη δυνατότητα να ελέγχει τη συνταγματικότητα κάποιων συνταγματικών διατάξεων». Συνεπώς, για να σχολιάσουμε εδώ και τις αποφάσεις ΑΕΔ 11/2003 και ΣτΕ 2512/2016, όπου τα δικαστήρια αυτά έκριναν ως τυπικώς παραδεκτά αιτήματα διαδίκων να ελεγχθούν οι «κατευθύνσεις» προτείνουσας Βουλής, εάν δεν απέρριπταν επί της ουσίας στη συνέχεια τα αιτήματά τους, θα έπρεπε να παραμερίσουν διατάξεις του Συντάγματος ως «αντισυνταγματικές». Παρόμοια διάκριση όμως των συνταγματικών κανόνων αποκρούεται από το ίδιο το σύνολο των διατάξεων του Συντάγματος και κυρίως από τα άρθρα 1 και 110 αυτού κι αυτό διότι αν γινόταν δεκτή θα διασπούσε την συνοχή της συνταγματικής τάξης της χώρας μας.