Εισήγηση Α.Λοβέρδου στην Επιτροπή για την αναθεώρηση του Συντάγματος #7η_ενότητα #διαδικαστικά_θέματα

Εισήγηση Α.Λοβέρδου στην Επιτροπή για την αναθεώρηση του Συντάγματος #7η_ενότητα #διαδικαστικά_θέματα

Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι Βουλευτές,

Στην τελευταία ενότητα των θεμάτων της παρούσας Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος ανήκουν, κατά τις αποφάσεις της, τα κυρίως διαδικαστικά θέματα. Υπό τον όρο αυτό αποφασίστηκε πως ταξινομούνται δύο θέματα ερμηνείας του Συντάγματος και της θεωρίας του Συνταγματικού Δικαίου: το πρώτο αφορά το άρθρο 110§6 του Συντάγματος και συγκεκριμένα την αφετηρία μέτρησης της απαραίτητης πενταετίας για την εκάστοτε επόμενη αναθεώρηση και το δεύτερο τη δέσμευση της δεύτερης Βουλής από τις λεγόμενες «κατευθύνσεις» της πρώτης.

 

Η πενταετία του άρθρου 110§6

Σύμφωνα με το άρθρο 110§6 του Συντάγματος «δεν επιτρέπεται αναθεώρηση του Συντάγματος πριν περάσει πενταετία από την περάτωση της προηγουμένης». Θεωρώ πως δεν υπάρχει περιθώριο άλλης ερμηνείας του άρθρου αυτού, από εκείνην που θεωρεί αφετηρία της μέτρησης του χρόνου από την κατά κυριολεξία συντελεσθείσα αναθεώρηση, δηλαδή από την περάτωση της αναθεώρησης από την δεύτερη αναθεωρητική Βουλή. Και ως περάτωση της αναθεώρησης νοείται η θέση σε ισχύ του αναθεωρημένου Συντάγματος, που γίνεται με ειδικό Ψήφισμα της Βουλής, σύμφωνα με το άρθρο 110§5 του Συντάγματος. Κάθε αντίθετη ερμηνεία, πχ εκείνη που θεωρεί έναρξη της πενταετίας την απόφαση της προτείνουσας πρώτης Βουλής, είναι σαφώς αντίθετη με τη σαφέστατη και ρητή διάταξη του άρθρου 110§5. Θυμίζω εδώ, εμείς οι Βουλευτές της ΔΗΣΥ, θεωρούμε πως το άρθρο 110§6 μπορεί χωρίς καμία αμφιβολία να αναθεωρηθεί, αφού καθορίζει ένα απλό χρονικό όριο, δίχως να συνδέεται με τις συναινετικές διαδικασίες που απαιτούν οι παράγραφοι 2,3 και 4 του άρθρου 110.

 

Ο δικαστικός έλεγχος της Αναθεώρησης

Το ζήτημα της δυνατότητας των δικαστηρίων να ελέγχουν τη συνταγματικότητα των αναθεωρημένων διατάξεων ως προς την ουσιαστική συνάφειά τους με την προταθείσα αναθεώρηση, ταυτίζεται με το θέμα της δέσμευσης της αναθεωρητικής-δεύτερης Βουλής, από τις κατευθύνσεις της προτείνουσας-πρώτης. Η, ως προς την αναθεώρηση του Συντάγματος, διάκριση της Βουλής σε κοινή και σε αναθεωρητική, οδηγεί και στη χρήση διαφορετικών όρων για την αναφορά σε έκαστην εξ αυτών: η πρώτη σύμφωνα με τον αείμνηστο Δημήτρη Τσάτσο είναι η προτείνουσα και η δεύτερη η αναθεωρητική.

Ως προς το δικαστικό έλεγχο των αναθεωρημένων διατάξεων, και συγκεκριμένα ως προς το δικαστικό έλεγχο της τήρησης των λεγομένων «κατευθύνσεων» της προτείνουσας Βουλής προς την αναθεωρητική, διατυπώνουμε ευθύς εξαρχής τη θέση της ΔΗΣΥ:

η αναθεωρητική Βουλή δεσμεύεται προφανώς από τις ειδικές διατάξεις, δηλαδή τα άρθρα, τις παραγράφους, τα εδάφια ή και τις ερμηνευτικές δηλώσεις της προτείνουσας, αλλά σε καμία περίπτωση δεν δεσμεύεται από τις λεγόμενες «κατευθύνσεις» της προτείνουσας Βουλής προς την αναθεωρητική. Αυτό το εκ πρώτης όψεως απλό ζήτημα ερμηνείας του Συντάγματος, και συγκεκριμένα του άρθρου 110§2 εδ.β´και §3, το ανέδειξαν ως μείζον, δύο αποφάσεις ανωτάτων δικαστηρίων, του ΑΕΔ και του ΣτΕ, ως προς το παραδεκτό όμως κι όχι ως προς την ουσία επιχειρημάτων δύο διαδίκων. Συγκεκριμένα, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος, η προτείνουσα Βουλή προβαίνει σε ειδικό καθορισμό των διατάξεων που πρέπει να αναθεωρηθούν και στη συνέχεια η αναθεωρητική αποφασίζει στην πρώτη σύνοδό της σχετικά με τις αναθεωρητέες διατάξεις.

Προφανώς, η αναθεωρητική Βουλή έχει την ευχέρεια είτε να μην προχωρήσει στην αναθεώρηση του Συντάγματος, είτε να προχωρήσει στην αναθεώρηση ορισμένων μόνο από τις ειδικές διατάξεις που πρότεινε η πρώτη, η κοινή, η προτείνουσα Βουλή. Αυτό είναι σαφέστατο και σήμερα αναντίρρητο. Ως προς το κρίσιμο θέμα της δέσμευσης της αναθεωρητικής Βουλής από τις λεγόμενες «κατευθύνσεις» της προτείνουσας, η ΔΗΣΥ εκφράζεται από τις θέσεις του Ευάγγελου Βενιζέλου, όπως αυτές διατυπώθηκαν στη μελέτη του με τίτλο «Δεσμεύεται η δεύτερη Βουλή από τις κατευθύνσεις της πρώτης στη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος;». Επαναλαμβάνω αμέσως, ότι θέση μας αποτελεί, πως η αναθεωρητική Βουλή δεν δεσμεύεται από τις λεγόμενες «κατευθύνσεις» της προτείνουσας. Και η πρακτική της εκάστοτε προτείνουσας Βουλής από τη δεκαετία του 1980, προσαρμόστηκε σε αυτή τη συνταγματική δεοντολογία. Οι επιτροπές της αναθεώρησης των προτεινουσών Βουλών με λακωνικότατο τρόπο έδιναν κάποιες κατευθύνσεις στις αναθεωρητικές Βουλές, αλλά οι Ολομέλειες της Βουλής με ονομαστική ψηφοφορία αποφάσιζαν μόνο για ειδικές διατάξεις και τίποτε περισσότερο. Αυτή η συνταγματική πρακτική πρέπει να συνεχιστεί. Αλλά ακόμη κι αν η παρούσα περιορισμένη πλειοψηφία αλλάξει στάση, και δημιουργήσει μία εξαίρεση, αυτό σε τίποτα δεν επηρεάζει τις αποφάσεις της επόμενης Αναθεωρητικής Βουλής. Πολλές φορές παρατηρούνται βουλευτές της πλειοψηφίας να αντιλαμβάνονται πως στην επόμενη Βουλή το κλίμα θα είναι αυτό της προηγούμενης και να μην σκέφτονται ούτε το πιο απλό, πως τουλάχιστον το 40% των βουλευτών αλλάζει από Βουλή σε Βουλή, ιδίως όταν αλλάζουν οι πλειοψηφίες.

Τις ανωτέρω σκέψεις θεμελιώνουμε πρώτον, στις συνταγματικές διατάξεις περί της λαϊκής κυριαρχίας και της δημοκρατικής αρχής, όπως αυτές στην ιστορικώς εκάστοτε τελευταία φορά εκφράστηκαν. Ουδείς και ουδεμία μπορούν να παραλείπουν το κορυφαίο γεγονός, πως ανάμεσα στην προτείνουσα και την αναθεωρητική Βουλή μεσολαβούν γενικές βουλευτικές εκλογές. Πόσο μάλλον στην παρούσα περίπτωση, όπου η πρόταση διατυπώνεται από μία πλειοψηφία του 2015, η οποία ανέδειξε Βουλή, η οποία βρίσκεται στην τελευταία σύνοδό της. Ενώ η επομένη, η Αναθεωρητική, θα λάβει τις αποφάσεις της κατά την πρώτη σύνοδό της, όπως άλλωστε το ίδιο το Σύνταγμα ορίζει. Υπάρχει εδώ και τεκμήριο δημοκρατικής νομιμοποίησης, το οποίο αποκλείεται να το αγνοεί κάποιος ευλόγως. Δεύτερον στις ειδικές διατυπώσεις του άρθρου 110§2εδ.β´και §3, στις οποίες ήδη αναφερθήκαμε. Τρίτον, στο δικαστικώς ανεξέλεγκτο των interna corporis της Βουλής, όπως απορρέει μεταξύ άλλων και από το εξ αντιδιαστολής επιχείρημα που προκύπτει από το άρθρο 73§2 του Συντάγματος, περί της απαραίτητης γνωμοδότησης του Ελεγκτικού Συνεδρίου επί συνταξιοδοτικού σχεδίου νόμου. Και τέταρτον, στην απαγόρευση της διάκρισης των συνταγματικών διατάξεων σε ιεραρχικώς ανώτερες και κατώτερες. Μόνη διάκριση που γίνεται δεκτή στην ελληνική επιστήμη του Συνταγματικού Δικαίου είναι ανάμεσα στις συνταγματικές διατάξεις που αναθεωρούνται και σε εκείνες που δεν αναθεωρούνται, σύμφωνα με το άρθρο 110 του Συντάγματος

Όπως εν προκειμένω αναφέρει ο Δημήτρης Τσάτσος, «μεταξύ των διατάξεων του Συντάγματος δεν υπάρχει τυπική ιεράρχηση. Όλοι οι κανόνες του Συντάγματος είναι νομικά ισότιμοι, αλλιώς θα είχαμε περιπτώσεις ενδεχόμενης αντισυνταγματικότητας συνταγματικών διατάξεων…δεν προκύπτει μια εσωτερική ιεραρχία των συνταγματικών κανόνων που θα παρείχε στον δικαστή, κατά το άρθρο 93§4, τη δυνατότητα να ελέγχει τη συνταγματικότητα κάποιων συνταγματικών διατάξεων». Συνεπώς, για να σχολιάσουμε εδώ και τις αποφάσεις ΑΕΔ 11/2003 και ΣτΕ 2512/2016, όπου τα δικαστήρια αυτά έκριναν ως τυπικώς παραδεκτά αιτήματα διαδίκων να ελεγχθούν οι «κατευθύνσεις» προτείνουσας Βουλής, εάν δεν απέρριπταν επί της ουσίας στη συνέχεια τα αιτήματά τους, θα έπρεπε να παραμερίσουν διατάξεις του Συντάγματος ως «αντισυνταγματικές». Παρόμοια διάκριση όμως των συνταγματικών κανόνων αποκρούεται από το ίδιο το σύνολο των διατάξεων του Συντάγματος και κυρίως από τα άρθρα 1 και 110 αυτού κι αυτό διότι αν γινόταν δεκτή θα διασπούσε την συνοχή της συνταγματικής τάξης της χώρας μας.

 

 

Η στάση της ΔΗΣΥ κατά την ψηφοφορία

Η στάση της ΔΗΣΥ κατά την ψηφοφορία καθορίζεται από την πολιτική μας θέση, πως η επόμενη Βουλή, η Αναθεωρητική Βουλή, που θα διατυπώσει κατά κυριολεξίαν τις συνταγματικές διατάξεις, όπως ακριβώς αυτές θα τεθούν στην τελική ονομαστική ψηφοφορία, πρέπει να οφείλει, πρέπει να «χρωστά» την ειδική αυξημένη πλειοψηφία των 180 Βουλευτών. Δεν θέλουμε με την ψήφο μας σε αυτή την προτείνουσα Βουλή να καταστήσουμε ανεξέλεγκτη την επόμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, δηλαδή το κόμμα που θα πλειοψηφήσει στην επόμενη Βουλή. Τον τρόπο θα τον επιλέξουμε σε ειδική συνεδρίαση της κοινοβουλευτικής μας ομάδας. Ίσως εκφραστούμε με μια μόνο ψήφο, για να προκύπτει η στάση μας σε έκαστο θέμα. Και ακόμη περισσότερο, αν ο ΣΥΡΙΖΑ φέρει στην Ολομέλεια προς ψήφιση προτάσεις με «κατευθύνσεις», δεν θα ψηφίσουμε καμία εξ αυτών. Εκτός, ίσως, αν εξαιρέσουμε το άρθρο 86 ή κάποιο άλλο άρθρο παρομοίως συμβολικό από τη στάση μας αυτή. Γενικώς, βέβαια, δεν θέλουμε να προσχωρήσουμε ούτε εμμέσως στην εσφαλμένη και αντιδημοκρατική λογική των «κατευθύνσεων».