Ο ριζοσπαστικός μετασχηματισμός του κράτους είναι μέρος της συνταγματικής αναθεώρησης #6η_ενότητα #vouli

Ο ριζοσπαστικός μετασχηματισμός του κράτους είναι μέρος της συνταγματικής αναθεώρησης #6η_ενότητα #vouli

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές,

Σήμερα εξετάζουμε μία ενότητα 36 άρθρων, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται τα 15 άρθρα που αφορούν τον πολίτη ως διάδικο, δηλαδή το Πρώτο Κεφάλαιο του Ε Τμήματος περί Δικαιοσύνης, τα 5 άρθρα που αφορούν τον πολίτη ως Διοικούμενο, δηλαδή τα Κεφάλαια Α και Β του Στ Τμήματος περί Διοίκησης, αλλά και το σημαντικότατο άρθρο 110 περί αναθεώρησης του Συντάγματος. Στις ανωτέρω διατάξεις περιλαμβάνονται τα κρίσιμα για τη χώρα και τους πολίτες θέματα της γραφειοκρατίας, των καθυστερήσεων στην απονομή της Δικαιοσύνης, της επιλογής των ανωτάτων δικαστών, της λειτουργίας των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, της αναθεώρησης του Συντάγματος και πολλά άλλα καίρια θέματα, όπως πχ ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων. Είναι, λοιπόν, και σήμερα καταφανές, πως η διαδικασία που επέλεξε η πλειοψηφία της Επιτροπής δεν επιτρέπει τη διεξοδική προσέγγιση των θεμάτων.

Περί Δικαιοσύνης

Ξεκινώ με το πολύ σημαντικό θέμα του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων. Το άρθρο 93 παρ.4 του Συντάγματος πρέπει να αναθεωρηθεί. Αντί όλων των Δικαστηρίων, ο διάχυτος έλεγχος δεν πρέπει να καταργηθεί ολοσχερώς, αλλά να καθοριστεί, πως τον κατασταλτικό έλεγχο συνταγματικότητας ασκούν αποκλειστικά οι Ολομέλειες των τριών Ανωτάτων Δικαστηρίων. Το όφελος στον χρόνο και την ποιότητα απονομής της Δικαιοσύνης, καθώς και στο χρόνο των ίδιων των διαδίκων είναι πολύ μεγάλο. Κι ακόμη, εν προκειμένω το Σύνταγμα θα ευθυγραμμιστεί με την δικαστηριακή πρακτική, με όφελος το χρόνο που θα κερδηθεί προς το συμφέρον όλων. Η λύση αυτή θα ανακουφίσει τους πάντες: τους διαδίκους, τους δικαστές, τη λειτουργία των κρατικών εξουσιών, την οικονομία, αλλά και εν τέλει την ποιότητα της Ελληνικής Δημοκρατίας.

Εδώ, όμως, πρέπει να προσεχθεί πως το άρθρο 93παρ.4 αφορά αποκλειστικά τον κατασταλτικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων. Και οφείλουμε να εκτιμήσουμε αν απαιτούνται συνταγματικές αλλαγές και σε ό,τι αφορά τον προληπτικό έλεγχο. Όχι βέβαια των προεδρικών διαταγμάτων, όπου λειτουργεί σωστά σε γενικές γραμμές ο προληπτικός έλεγχος συνταγματικότητας και εν γένει νομιμότητας και έχει οδηγήσει στην αυξημένη νομική ποιότητα των διαταγμάτων έναντι του ίδιου του νόμου! Αλλά των ίδιων των σχεδίων νόμων, όταν ως προς συγκεκριμένες διατάξεις τους έχει εγερθεί ένσταση συνταγματικότητας στην Βουλή, η οποία έχει υποστηριχθεί από τα 2/5 των μελών της. Η πρόταση αυτή παραπέμπει στην ανάγκη αναθεώρησης των σχετικών συνταγματικών διατάξεων που αφορούν την Βουλή, τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αλλά και το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο και συγκεκριμένα των άρθρων 42, 76 και 110 του Συντάγματος. Τα οφέλη από αυτήν την παρέμβαση θα ωφελήσουν τόσο τους πολίτες, την κοινωνία και την οικονομία, αφού θα αποφευχθούν εμπλοκές που τους ταλαιπωρούν στις καθημερινές τους συναλλαγές, όσο και την αναβάθμιση της ποιότητας της λειτουργίας όλων των κρατικών λειτουργιών.

Μία τρίτη ωφέλιμη παρέμβαση είναι η προσθήκη στο άρθρο 88 νέας όγδοης παραγράφου, στην οποία θα ρυθμίζεται ως ενδεχομένη, η συνδρομή εξωτερικών, ως προς τη δομή της Δικαιοσύνης, βοηθών δικαστών ορισμένου χρόνου και για ειδική κάθε φορά κατηγορία υποθέσεων, οι οποίοι υπό την εποπτεία των τακτικών δικαστών θα ασκούν βοηθητικό έργο ως προς την προετοιμασία ή την έκδοση των αποφάσεων.

Τέλος, χρήσιμη θα ήταν η συμπλήρωση του άρθρου 20παρ.1 του Συντάγματος, ώστε να προβλεφθεί ρητώς η αρχή της ταχείας απονομής της Δικαιοσύνης, ως βασικής και ειδικής συνιστώσας της αποτελεσματικότητάς της. Από όλους τους πολίτες έρχεται το μήνυμα, πως οι καθυστερήσεις στη διεκπαιρέωση και την έκδοση των αποφάσεων που τους αφορούν τους οδηγούν πολλές φορές στην παραίτηση από αξιώσεις τους και στο συμπέρασμα περί αρνησηδικίας. Σε ό, τι δε αφορά στην οικονομία και ειδικά στις επενδύσεις οι καθυστερήσεις στην απονομή της Δικαιοσύνης συγκροτούν έναν πραγματικό εχθρό της ανάπτυξης.

Περί Διοίκησης

Η παρατεταμένη οικονομική κρίση κατέστησε ασυγχώρητο πλέον το σφάλμα πολλών πολιτικών και κομμάτων, να μην αντιλαμβάνονται πως οι δημόσιες υπηρεσίες που απορρίπτουν μετ´ επαίνων μάλιστα αιτήσεις πολιτών για την άσκηση οικονομικών δραστηριοτήτων, ή που αργούν να διεκπεραιώσουν αρνητικά ή θετικά σχετικά αιτήματα ή θέματα, αλλά και γενικά το κλίμα της ατιμώρητης εχθρότητας απέναντι στην ιδιωτική πρωτοβουλία πρέπει με κάθε τρόπο να αποτελέσουν παρελθόν. Είναι, ωστόσο, ο ριζοσπαστικός μετασχηματισμός του κράτους θέμα συνταγματικής αναθεώρησης; Η απάντηση είναι καταφατική, ως προς ένα μικρό μέρος του συνολικού προβλήματος.

Πρώτη πρότασή μας είναι η πρόβλεψη στο άρθρο 101 του Συντάγματος της αρχής της ταχείας και ψηφιακής Διοίκησης και ο καθορισμός ως συνταγματικού στόχου της ψηφιακής σχέσης Διοίκησης- Διοικουμένων. Η σχέση αυτή, μεταξύ άλλων, θα συμβάλει και στον περιορισμό της διαφθοράς. Δεύτερη πρότασή μας η θέσπιση στο άρθρο 103 του Συντάγματος ειδικού εξαιρετικού καθεστώτος για τη στελέχωση της Διοίκησης από τους αποφοίτους της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης ή και από πρόσωπα εξωτερικά της Διοικήσεως, με βάση προσόντα και δεξιότητες που έχουμε ανάγκη, προκειμένου το κράτος να ανταποκριθεί στο συνταγματικό του ρόλο. Και, τέλος, τρίτη και ουσιαστικότερη πρακτικά πρότασή μας, η πρόβλεψη στο άρθρο 103 και πάλι της υποχρέωσης τήρησης από την Διοίκηση των αποκλειστικών προθεσμιών που της τάσσει ο νομοθέτης. Με την πρόβλεψη αυτή θα αποκλειστεί η μετατροπή των αποκλειστικών προθεσμιών που εισάγει ο νομοθέτης σε ενδεικτικές, από την ίδια τη Διοίκηση, αλλά και από τις αποφάσεις των Δικαστηρίων. Η προστασία του χρόνου του πολίτη ως διοικούμενου αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες υποχρεώσεις της πολιτικής και για αυτό το λόγο δεν πρέπει να χαθεί η ευκαιρία αυτής της αναθεώρησης.

Στη σημερινή ενότητα συμπεριλαμβάνεται και το άρθρο 102 περί Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και ειδικά στο Πρώτο Κεφάλαιο του Στ Τμήματος περί Διοίκησης, αφού με τους δύο βαθμούς τους οι ΟΤΑ αποτελούν βαθμίδες του συνολικού διοικητικού συστήματος της χώρας. Στο άρθρο 102 προτείνουμε να προβλεφθεί, ή ίσως στο άρθρο 74παρ.6, ή και στα δύο, η νομοθετική πρωτοβουλία των ΟΤΑ, ως μορφή της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας, προφανώς για θέματα των αρμοδιοτήτων τους. Οι προτάσεις νόμων αυτές θα διεκπεραιώνονται όπως και οι προτάσεις νόμων Βουλευτών ή κομμάτων, σύμφωνα με την ανωτέρω ρύθμιση του άρθρου 74παρ.6.

Περί του άρθρου 110 του Συντάγματος

Η αναθεώρηση της διαδικασίας αναθεώρησης του Συντάγματος αποτελεί πραγματικά ξεχωριστό και «βαρύ» νομικο-πολιτικό ζήτημα. Ως γνωστόν το Σύνταγμά μας, είναι αυστηρό, δηλαδή αναθεωρείται με διαδικασίες διαφορετικές, συνθετότερες και δυσκολότερες του κοινού νόμου, ορισμένες μάλιστα διατάξεις του απαγορεύει το ίδιο να αναθεωρηθούν. Ο βαθμός αυστηρότητας των Συνταγμάτων ποικίλλει. Το δικό μας είναι από τα αυστηρότερα. Η αναθεώρηση όμως της διαδικασίας αναθεώρησής του, δηλαδή των παραγράφων 2-5 του άρθρου 110, για να προταθεί, πρέπει να συμφωνήσουμε σε ορισμένες αρχές που πρέπει να διέπουν το σκεπτικό και την κατάληξη των προτάσεών μας ως κομμάτων και Βουλευτών.

Και συγκεκριμένα, αρχή πρώτη: για πολλούς και αυτονόητους λόγους ο αυστηρός χαρακτήρας του Συντάγματος πρέπει να διατηρηθεί.

Αρχή δεύτερη: καμία πρόταση δεν πρέπει να αποτελεί Δούρειο Ίππο του λαϊκισμού, ή των εντάσεων και των συγκρούσεων της εκάστοτε συγκυρίας. Αναθεώρηση δηλαδή ως μορφή τακτικής πολιτικής απάντησης σε αναφυόμενα προβλήματα είναι απολύτως ανεπιθύμητη.

Αρχή τρίτη: η αναθεώρηση πρέπει να γίνει μόνο εκεί όπου η συνταγματική πράξη έχει καταδείξει τις αδυναμίες των υπαρχουσών ρυθμίσεων.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω αρχών η αναθεώρηση του άρθρου 110 είναι αναγκαία προκειμένου να αποφευχθούν οι υπερβολικές καθυστερήσεις που προκαλεί η παράγραφος 5 του άρθρου 110, σύμφωνα με την οποία δεν επιτρέπεται αναθεώρηση του Συντάγματος, αν δεν έχει περάσει πενταετία από την περάτωση της προηγουμένης. Η αντικατάσταση της πενταετούς απαγορεύσεως από μία διετή είναι μία ορθή και κατάλληλη παρέμβαση στις διατάξεις του άρθρου 110. Εκείνοι και εκείνες των πολιτικών και των κομμάτων που έχουν αξιοποιήσει την κοινοβουλευτική τους εμπειρία, μπορούν θεωρώ εύκολα να κατανοήσουν τη φειδώ με την οποία αντιμετωπίζουμε το συγκεκριμένο θέμα.

Επίλογος

Οι προτάσεις μας είναι λιτές και όπως πιστεύω καίριες. Η έλλειψη της κατά το Σύνταγμα απαραίτητης αριθμητικής δύναμης για να τις καταθέσουμε επισήμως, ώστε να τεθούν σε ψηφοφορία δεν σημαίνει υποχρεωτικά πως θα μείνουν αναξιοποίητες. Προς τούτο καλούμε τα υπόλοιπα κόμματα να τις αξιολογήσουν και όπου το κρίνουν ορθό να συμπεριλάβουν κάποιες από αυτές στις δικές τους προτάσεις. Βέβαια, αν υπερισχύσουν στην Επιτροπή οι λανθασμένες απόψεις περί κατευθύνσεων, τότε επαναλαμβάνουμε πως θα φροντίσουμε καμία πρόταση να μην πλησιάσει την ειδική πλειοψηφία των 180 Βουλευτών.